2026/02/12 at 2:45 ΜΜ 12/02/2026 newsroomΣημεία από την παρέμβαση της Ράνιας Σβίγκου μέλους της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, στην εκπομπή ΚΟΝΤΡΑ24 (Λουκία Γκάτσου)
Επιβεβαιώθηκαν οι χαμηλές προσδοκίες για τη συνάντηση στην Άγκυρα. Ανάγκη για μια συγκροτημένη στρατηγική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις
«Ήταν χαμηλές οι προσδοκίες, και αυτό επιβεβαιώθηκε», τόνισε η Ράνια Σβίγκου, μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία, σε παρέμβασή της στην εκπομπή ΚΟΝΤΡΑ24 με τη Λουκία Γκάτσου, αναφερόμενη στη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν. Επισημαίνοντας ότι οι δύο πλευρές «θέλησαν περισσότερο να στείλουν το μήνυμα ότι όλα είναι καλά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αποφεύγοντας να μπουν σε ζητήματα ουσίας».
Όπως υπογράμμισε, «παρότι τέθηκε το ζήτημα του casus belli από τον Έλληνα πρωθυπουργό, δεν τέθηκε το θέμα της παρεμπόδισης του καλωδίου σύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, την ώρα που στην κοινή διακήρυξη γίνεται ρητή αναφορά στην ενεργειακή συνεργασία». Παράλληλα, ανέδειξε ως κρίσιμο το ζήτημα της προσφυγής για οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, τονίζοντας ότι, για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, «αυτό το ζήτημα πρέπει να είναι στην ατζέντα, και θα πρέπει η Ελλάδα να έχει μια στρατηγική, χωρίς παλινωδίες, πάντα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και με σαφείς κόκκινες γραμμές».
Αναφερόμενη στις εσωτερικές αντιφάσεις της κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική, επισήμανε ότι «έχουμε δει εντός αυτής της κυβέρνησης να υπάρχει διχογνωμία ως προς την εξωτερική πολιτική και μεταξύ υπουργών της», ενώ έκανε ειδική μνεία σε παρεμβάσεις υπουργών «που υπερβαίνουν τον ρόλο τους», με δηλώσεις «περί μη αναγνώρισης του Διεθνούς Δικαστηρίου».
Υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει από την ελληνική κυβέρνηση η σοβαρότητα και ο σχεδιασμός που πρέπει να υπάρχει απέναντι στην Τουρκία», αλλά, αντίθετα, «πολλές φορές υπόκειται η τακτική και η στρατηγική της Ελλάδας σε μικροπολιτικές σκοπιμότητες του κ. Μητσοτάκη». Ενώ για τον πρωθυπουργό, σημείωσε ότι «ακολουθεί μια Ι.Χ. εξωτερική πολιτική, με ατυχείς δηλώσεις που συχνά διορθώνονται από υπουργούς του», επισημαίνοντας την ανάγκη «για ενιαία και συνεκτική στρατηγική».
Σε ό,τι αφορά τη διεθνή στάση της χώρας, υπογράμμισε ότι «δεν γίνεται η επίκληση του διεθνούς δικαίου να είναι αλα καρτ, να μην υπάρχει διεθνές δίκαιο στην περίπτωση της επέμβασης στη Βενεζουέλα και απαγωγής του Μαδούρο, στην περίπτωση των παράνομων ισραηλινών εποικισμών, στη γενοκτονία στη Γάζα» Και πρόσθεσε ότι «η Ελλάδα ως ένα μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα πρέπει να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο σε όλες τις περιπτώσεις», επισημαίνοντας ότι «δεν χρειάζεται σε αυτό να υπάρχει διγλωσσία». Αντίθετα, όπως χαρακτηριστικά είπε, «πρέπει να υπάρχει μια σαφής στρατηγική από την πλευρά της Ελλάδας, με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, με αναβάθμισης της θέσης της χώρας, και με αξιοποίηση των συμμαχιών».
Αναφερόμενη στην υπόθεση Παναγόπουλου, σημείωσε ότι «όποια πέτρα σκανδάλου κι αν σηκώσεις, από κάτω θα είναι κάποιο γαλάζιο στέλεχος», κάνοντας ειδική αναφορά στην κ. Στρατινάκη, την οποία χαρακτήρισε «σχεδόν ισόβια γενική γραμματέα», καθώς αποχώρησε το 2015 και επανήλθε το 2019 με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Όπως τόνισε, «οι ποινικές ευθύνες προφανώς ερευνώνται, αλλά οι πολιτικές ευθύνες είναι δεδομένες και αφορούν τη Νέα Δημοκρατία». Συμπληρώνοντας ότι «οι απαντήσεις των αρμόδιων υπουργών είναι ανεπαρκέστατες, καθώς δεν έχουν δοθεί εξηγήσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο, τη μη επιλεξιμότητα έργων και τις σχετικές αναθέσεις». Δήλωσε «εντυπωσιασμένη από τη ζέση με την οποία υπουργοί της ΝΔ υπερασπίζονται τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ». Και κατέληξε υπογραμμίζοντας ότι, «σε μια περίοδο όπου η ΝΔ επιτίθεται στα εργασιακά δικαιώματα και στον συνδικαλισμό, που απολύονται και διώκονται εργαζόμενοι για τη συνδικαλιστική τους δράση, ο κ. Παναγόπουλος θα έπρεπε να έχει παραιτηθεί».
