Μαντάλας: Ο λογαριασμός της γεωπολιτικής φτάνει στην Ευρώπη

Spread the love

2026/09/19 at 8:34 ΠΜ 19/09/2026 newsroom

Γράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull

Για δεκαετίες, η Ευρώπη οικοδόμησε την ευημερία της πάνω σε μια βασική παραδοχή: ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση, το ελεύθερο εμπόριο και η σχετική σταθερότητα του διεθνούς περιβάλλοντος θα συνέχιζαν να αποτελούν το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Η παραδοχή αυτή δεν εξαφανίστηκε, αλλά δεν αρκεί πλέον για να εξηγήσει τον κόσμο που διαμορφώνεται γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τον Καναδά να αποκτήσει το πρώτο καθεστώς συνδεδεμένου μέλους στην ιστορία της αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της μεταβολής. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία ως μέρος μιας ευρύτερης «Συμμαχίας για το Μέλλον», η οποία εκτείνεται από την άμυνα και την ενέργεια έως τις κρίσιμες πρώτες ύλες, την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και την κυβερνοασφάλεια. Η επιλογή του Καναδά δείχνει ότι η Ευρώπη αναζητά πλέον όχι μόνο αγορές, αλλά πρόσβαση σε πόρους, τεχνολογία, παραγωγική ικανότητα και στρατηγικές δυνατότητες. Η αντίδραση της Ουάσιγκτον, με τον Ντόναλντ Τραμπ να χαρακτηρίζει την πρόταση ενδεχόμενο «εχθρικό» βήμα και να προειδοποιεί για δασμούς, ανέδειξε ακόμη περισσότερο το νέο περιβάλλον στο οποίο εμπόριο, ασφάλεια και συμμαχίες αλληλεπιδρούν.

Η μεταβολή αυτή γίνεται πιο κατανοητή αν συγκριθεί με την Ευρώπη των πρώτων δεκαετιών μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Τότε, η ήπειρος αξιοποίησε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον για να εμβαθύνει την ενιαία αγορά, να επεκτείνει το εμπόριο και να ενσωματώσει τις οικονομίες της στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς παρείχε μεγάλο μέρος του εξωτερικού πλαισίου ασφάλειας, ενώ η μεγάλη στρατηγική αντιπαράθεση έμοιαζε να έχει απομακρυνθεί από την ευρωπαϊκή καθημερινότητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομική αποδοτικότητα μπορούσε να αποτελεί την κυρίαρχη αρχή οργάνωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το περιβάλλον αυτό έχει αλλάξει. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο ανταγωνισμός για την τεχνολογία και τις κρίσιμες πρώτες ύλες, οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και η αστάθεια στις ενεργειακές ροές ανέδειξαν μια αδυναμία που παρέμενε επί χρόνια λιγότερο ορατή: μια οικονομική εξάρτηση μπορεί να είναι απολύτως λογική όσο οι σχέσεις μεταξύ των κρατών παραμένουν σταθερές, αλλά να αποκτά στρατηγικό βάρος όταν η συνεργασία δίνει τη θέση της στον ανταγωνισμό.

Η Ερυθρά Θάλασσα προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η πρόσφατη προέλαση των Χούθι προς την περιοχή του Bab el-Mandeb, σε συνδυασμό με την ευρύτερη σύγκρουση γύρω από το Ιράν, έχει αυξήσει την πίεση σε μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο και την ενέργεια. Την ίδια στιγμή, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει περιοριστεί σημαντικά, ενισχύοντας την αβεβαιότητα γύρω από τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές. Οι διαταραχές στις ενεργειακές εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας σε μια αγορά που παραμένει ευάλωτη σε παρατεταμένες διακοπές εφοδιασμού.

Για τον Ευρωπαίο πολίτη, αυτές οι εξελίξεις αποκτούν πολύ πιο συγκεκριμένη μορφή. Η γεωπολιτική αστάθεια μεταφέρεται στο κόστος των καυσίμων, των μεταφορών και της ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ακριβότερες και λιγότερο προβλέψιμες αλυσίδες εφοδιασμού. Η απόσταση ανάμεσα σε μια κρίση σε μια θαλάσσια αρτηρία της Μέσης Ανατολής και στον οικογενειακό προϋπολογισμό της Ευρώπης είναι πλέον πολύ μικρότερη από όσο ήταν διατεθειμένη να πιστεύει η προηγούμενη γενιά.

Στην άμυνα, η ίδια μεταβολή εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ δαπάνησαν €418 δισ. για την άμυνα το 2025 και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Άμυνας προβλέπει €454 δισ. για το 2026. Η αμυντική επένδυση αναμένεται να αντιπροσωπεύει το 36% των συνολικών αμυντικών δαπανών το 2026, ενώ οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη προβλέπεται να αυξηθούν από €17 δισ. σε €20 δισ. Οι αριθμοί αυτοί δεν περιγράφουν απλώς μια αύξηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Αποτυπώνουν τη μεταφορά πόρων προς έναν τομέα που για μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου δεν βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο προτεραιότητας με την οικονομική ανάπτυξη.

Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δημοσιονομικό δίλημμα. Οι πόροι που κατευθύνονται στην άμυνα, στην προστασία κρίσιμων υποδομών, στην τεχνολογική έρευνα ή στη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων δεν μπορούν ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθούν για άλλες δημόσιες ανάγκες. Το ίδιο ισχύει για την παραγωγή κρίσιμων υλικών μέσα στην Ευρώπη ή για τη διατήρηση εναλλακτικών προμηθευτών. Η ανθεκτικότητα κοστίζει επειδή προϋποθέτει δυνατότητες που μπορεί να παραμένουν αχρησιμοποίητες για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της νέας οικονομικής εξίσωσης. Μια οικονομία που λειτουργεί με τον ελάχιστο δυνατό αριθμό προμηθευτών μπορεί να πετυχαίνει χαμηλότερο κόστος σε συνθήκες ομαλότητας. Μια οικονομία που διατηρεί εναλλακτικές πηγές, αποθέματα και παραγωγικές δυνατότητες πληρώνει περισσότερο, ώστε να μπορεί να αντιδράσει όταν η ομαλότητα διακοπεί. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο λογικές δεν είναι απόλυτη. Το ζήτημα είναι ποιο επίπεδο αποδοτικότητας μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να μετατραπεί η εξάρτηση σε ευπάθεια.

Η ενέργεια της Ανατολικής Μεσογείου δείχνει πόσο γρήγορα αυτή η οικονομική εξίσωση αποκτά γεωπολιτική διάσταση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει την περιοχή ως σημαντικό χώρο για τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και διαδρομών της, ενώ ο Great Sea Interconnector, που συνδέει την Ελλάδα και την Κύπρο και προβλέπεται να επεκταθεί προς το Ισραήλ, εντάσσεται στην προσπάθεια ενίσχυσης των ευρωπαϊκών ενεργειακών διασυνδέσεων.

Μια τέτοια υποδομή, όμως, δεν υπάρχει σε γεωπολιτικό κενό. Οι συνεχιζόμενες τουρκικές αμφισβητήσεις ελληνικών και κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων, καθώς και οι εντάσεις γύρω από ενεργειακές και ηλεκτρικές διασυνδέσεις, υπενθυμίζουν ότι η ασφάλεια μιας οικονομικής υποδομής εξαρτάται και από το στρατηγικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται. Η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών δεν ολοκληρώνεται με την κατασκευή ενός αγωγού ή ενός καλωδίου. Προϋποθέτει την έμπρακτη διασφάλιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών της, αλλά και τη δυνατότητα να υπερασπίζεται τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα χωρίς να παραβλέπει τις αντιφάσεις που μπορεί να δημιουργεί η παράλληλη οικονομική και αμυντική συνεργασία με την Τουρκία. Η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την Τουρκία αποκλειστικά ως οικονομικό ή αμυντικό εταίρο, όταν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές υποδομές και τα συμφέροντα δύο κρατών-μελών, της Ελλάδας και της Κύπρου, επηρεάζονται από τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αλλαγή αυτή έχει και μια βαθύτερη συνέπεια. Για μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η Ευρώπη μπορούσε να αντιμετωπίζει την ασφάλεια κυρίως ως προϋπόθεση της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ η οικονομία αποτελούσε το βασικό πεδίο στο οποίο μετρούσε την ισχύ της. Σήμερα οι δύο έννοιες έχουν αρχίσει να συγχωνεύονται. Η ικανότητα παραγωγής ενέργειας, η πρόσβαση σε πρώτες ύλες, η τεχνολογική επάρκεια, η ασφάλεια των υποδομών και η αμυντική βιομηχανία επηρεάζουν πλέον άμεσα το περιθώριο στρατηγικών επιλογών που διαθέτει μια χώρα ή μια ένωση κρατών.

Το κόστος αυτής της αλλαγής δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Μπορεί όμως να γίνει αντικείμενο πολιτικής επιλογής: πόση οικονομική αποδοτικότητα είναι διατεθειμένη να θυσιάσει η Ευρώπη για να αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ποιο επίπεδο εξάρτησης θεωρεί αποδεκτό; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αυτάρκεια, η οποία ούτε είναι εφικτή ούτε αποτελεί αναγκαστικά στόχο μιας ανοιχτής οικονομίας. Βρίσκεται στη δυνατότητα να υπάρχουν εναλλακτικές όταν μια κρίση μετατρέπει μια μέχρι τότε φυσιολογική οικονομική σχέση σε στρατηγική εξάρτηση.

Για δεκαετίες, η Ευρώπη μπορούσε να θεωρεί την οικονομική ισχύ κυρίως ως αποτέλεσμα ενός σταθερού διεθνούς περιβάλλοντος. Σήμερα χρειάζεται να διαθέσει μέρος αυτής της ισχύος για να διατηρήσει τις προϋποθέσεις της ίδιας της ευημερίας της. Η άμυνα, η ενέργεια, η τεχνολογία, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και οι παραγωγικές υποδομές δεν είναι πλέον ξεχωριστοί φάκελοι πολιτικής. Αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου προβλήματος: πώς θα παραμείνει η Ευρώπη ανοιχτή στην παγκόσμια οικονομία χωρίς να εξαρτάται απόλυτα από την κανονικότητα του διεθνούς περιβάλλοντος.

Εν κατακλείδι, η Ευρώπη ανακαλύπτει ότι η ευημερία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της οικονομίας, αλλά και αποτέλεσμα της ασφάλειας που επιτρέπει στην οικονομία να λειτουργεί.

Αρέσει σε %d bloggers: