2026/09/24 at 8:54 ΠΜ 24/09/2026 newsroom
Γράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull
Δύο δρόμοι προς το Κάιρο
Η πρόσφατη συνάντηση των υπουργών Άμυνας Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου στο Κάιρο έφερε στο προσκήνιο μια ευρύτερη μεταβολή στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αίγυπτος δεν βρίσκεται πλέον απλώς στο περιθώριο των περιφερειακών ανταγωνισμών. Εξελίσσεται σε έναν σημαντικό κόμβο γύρω από τον οποίο διαμορφώνονται διαφορετικά σχήματα συνεργασίας, με την Αθήνα και τη Λευκωσία από τη μία πλευρά και την Άγκυρα από την άλλη να αναπτύσσουν παράλληλους διαύλους με το Κάιρο.
Η συνάντηση της 22ας Σεπτεμβρίου έδωσε στην ελληνοκυπριακή-αιγυπτιακή συνεργασία μεγαλύτερο επιχειρησιακό περιεχόμενο. Οι τρεις υπουργοί Άμυνας συμφώνησαν στην περαιτέρω ανάπτυξη της στρατιωτικής συνεργασίας, στην ενίσχυση της επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας, στις κοινές ασκήσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στην αντιμετώπιση κοινών απειλών. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην προστασία γραμμών εφοδιασμού, κοιτασμάτων φυσικού αερίου και υπεράκτιων ενεργειακών υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία επειδή έρχεται αμέσως μετά τη Σύνοδο του Αλ Αλαμέιν, όπου Ελλάδα, Κύπρος και Αίγυπτος επιβεβαίωσαν τη βούλησή τους να εμβαθύνουν τον τριμερή μηχανισμό που λειτουργεί από το 2014. Η ενεργειακή ασφάλεια, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, το GREGY και η αξιοποίηση των κυπριακών κοιτασμάτων μέσω των αιγυπτιακών υποδομών εντάσσονται πλέον στην ίδια ευρύτερη σχέση. Η αμυντική συνεργασία, επομένως, δεν αναπτύσσεται απομονωμένα από την οικονομία και την ενέργεια, αλλά αποτελεί μέρος ενός πυκνότερου πλέγματος συμφερόντων.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, περισσότερο πολιτική. Στο Αλ Αλαμέιν οι τρεις χώρες επανέλαβαν ότι οι συμφωνίες και τα μνημόνια για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών πρέπει να συνάπτονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ τάχθηκαν υπέρ της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και μιας πολιτικής διαδικασίας στη Λιβύη χωρίς ξένη παρέμβαση. Η θέση αυτή συνιστά σαφή επιβεβαίωση του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι ελληνικές και κυπριακές αντιρρήσεις απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, χωρίς όμως να μετατρέπει την τριμερή σε σχήμα που δηλώνει ότι στρέφεται εναντίον της Τουρκίας.
Αυτό είναι σημαντικό, επειδή η ίδια η Αίγυπτος διατηρεί ταυτόχρονα μια διαφορετική και ταχέως αναπτυσσόμενη σχέση με την Άγκυρα. Τον Ιούνιο οι δύο χώρες υπέγραψαν οδικό χάρτη στρατιωτικής συνεργασίας, ενώ ακολούθησαν κοινές στρατιωτικές δραστηριότητες και ασκήσεις. Τον Ιούλιο η συνεργασία επεκτάθηκε και στον αμυντικό βιομηχανικό τομέα, με την υπογραφή επιστολής προθέσεων για στενότερη συνεργασία και ανάπτυξη κοινών δυνατοτήτων.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δύο δρόμους προς το Κάιρο. Η αιγυπτοτουρκική σχέση αποκτά βάθος κυρίως μέσα από την άμυνα, την εκπαίδευση, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και την προοπτική αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας. Η σχέση Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου έχει διαφορετική αρχιτεκτονική: συνδέει την ασφάλεια με την ενέργεια, τις υποδομές, τις οικονομικές διασυνδέσεις και την ευρωπαϊκή διάσταση της Ανατολικής Μεσογείου.
Η διαφορά αυτή δεν οδηγεί σε μια απλή σύγκριση του τύπου «ποιος υπερέχει». Οι δύο σχέσεις προσφέρουν στο Κάιρο διαφορετικές δυνατότητες. Η συνεργασία με την Τουρκία μπορεί να ενισχύσει τη στρατιωτική και τεχνολογική του βάση, ενώ η τριμερής με Ελλάδα και Κύπρο συνδέει περισσότερα πεδία πολιτικής και δημιουργεί ένα ευρύτερο σύστημα αλληλεξαρτήσεων.
Αυτό εξηγεί και την αιγυπτιακή επιλογή να κρατά ανοιχτούς και τους δύο διαύλους. Το Κάιρο δεν χρειάζεται να ενταχθεί σε έναν αποκλειστικό περιφερειακό άξονα. Μπορεί να συνεργάζεται με την Τουρκία εκεί όπου η τουρκική στρατιωτική και βιομηχανική δυνατότητα εξυπηρετεί τις ανάγκες του και ταυτόχρονα να εμβαθύνει τη σχέση με Ελλάδα και Κύπρο σε τομείς όπου η γεωγραφία, η ενέργεια, οι υποδομές και η ευρωπαϊκή αγορά δημιουργούν διαφορετικές δυνατότητες.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να «κερδίσουν» την Αίγυπτο από την Τουρκία. Είναι να καταστήσουν την τριμερή συνεργασία τόσο συγκεκριμένη και λειτουργική ώστε να αποκτήσει αυτοτελές βάρος. Οι κοινές ασκήσεις, η επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα και η προστασία κρίσιμων υποδομών είναι ένα μέρος αυτής της προσπάθειας. Τα ενεργειακά έργα, οι διασυνδέσεις και η σύνδεση με την ευρωπαϊκή αγορά είναι το άλλο.
Η πρόκληση είναι πλέον η μετάβαση από τις συμφωνίες στην εφαρμογή. Η κοινή δήλωση των υπουργών Άμυνας προβλέπει εντατικότερη επικοινωνία, ανταλλαγή πληροφοριών και συντονισμό δυνατοτήτων, ενώ η πολιτική τριμερής έχει ήδη θέσει ως στόχο τη μετατροπή του υφιστάμενου πολιτικού συντονισμού σε συγκεκριμένα έργα και προγράμματα. Εκεί θα φανεί αν η θεσμική πυκνότητα της σχέσης μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική στρατηγική αντοχή.
Οι δύο δρόμοι προς το Κάιρο δεν οδηγούν στο ίδιο σημείο. Ο ένας βαθαίνει κυρίως τη διμερή στρατιωτική και αμυντικο-βιομηχανική συνεργασία. Ο άλλος επιχειρεί να συνδέσει ασφάλεια, ενέργεια, υποδομές και ευρωπαϊκούς θεσμούς σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Για την Αίγυπτο, η παράλληλη ανάπτυξη και των δύο σχέσεων αυξάνει τις επιλογές της.
Εν κατακλείδι, το Κάιρο έχει εξελιχθεί σε σημείο όπου συναντώνται διαφορετικές στρατηγικές διαδρομές της Ανατολικής Μεσογείου. Όσο αυξάνεται η σημασία της Αιγύπτου ως περιφερειακού κόμβου, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά το περιεχόμενο των σχέσεων που οικοδομούνται μαζί της.
