2026/10/04 at 8:50 ΠΜ 04/10/2026 newsroomΓράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull
Η υπογραφή στις 3 Οκτωβρίου του «Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας» μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας δεν δημιουργεί μια νέα αμυντική συμμαχία ούτε περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία, ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής. Δημιουργεί, όμως, ένα οργανωμένο πλαίσιο για την περαιτέρω ανάπτυξη της αμυντικής και στρατιωτικής συνεργασίας των δύο χωρών, με ενίσχυση του στρατηγικού διαλόγου και τακτικές επαφές. Η τουρκική πλευρά χαρακτήρισε την εξέλιξη σημαντικό βήμα για την περαιτέρω ανάπτυξη της διμερούς αμυντικής συνεργασίας.
Για την Αθήνα, επομένως, το ζήτημα δεν είναι αν η Γαλλία εγκαταλείπει την Ελλάδα για την Τουρκία. Μια τέτοια ανάγνωση δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του Οδικού Χάρτη. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: τι σημαίνει για την ελληνική στρατηγική όταν το Παρίσι επιδιώκει να διατηρεί οργανωμένους διαύλους αμυντικής συνεργασίας με δύο χώρες που βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις μέσα στο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας;
Η απάντηση συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο η Γαλλία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Τουρκία διαθέτει σημαντικό στρατιωτικό βάρος, γεωγραφική θέση που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μέση Ανατολή, συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία. Για το Παρίσι, ένας σταθερός δίαυλος με την Άγκυρα προσφέρει δυνατότητα επικοινωνίας και διαχείρισης μιας σχέσης στην οποία συνυπάρχουν ανταγωνισμοί και κοινά συμφέροντα. Η επιλογή αυτή δεν προϋποθέτει ότι οι δύο χώρες συμφωνούν στα περιφερειακά ζητήματα ούτε ότι η Γαλλία μεταβάλλει αυτομάτως τη στάση της έναντι της Ελλάδας.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά. Η ελληνογαλλική στρατηγική σχέση έχει ήδη αποκτήσει συγκεκριμένο θεσμικό και αμυντικό περιεχόμενο. Η συμφωνία του 2021 περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης, με την επίσημη ελληνική ενημέρωση κατά την υπογραφή να διευκρινίζει ότι η συνδρομή μπορεί να περιλαμβάνει και χρήση στρατιωτικών μέσων. Τον Απρίλιο του 2026 η στρατηγική εταιρική σχέση ανανεώθηκε για πέντε ακόμη χρόνια και συνοδεύτηκε από Ενισχυμένη Συνολική Στρατηγική Εταιρική Σχέση, καθώς και από συμφωνίες στους τομείς της καινοτομίας και της αμυντικής βιομηχανίας.
Η Τουρκία δεν αποκτά αντίστοιχη εγγύηση από τον Οδικό Χάρτη. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η ελληνική πλευρά μπορεί να θεωρήσει τη διαφορά αυτή ως μόνιμη ασφάλεια απέναντι σε κάθε μελλοντική εξέλιξη. Η στρατηγική αξία μιας σχέσης δεν καθορίζεται μόνο από το κείμενο που υπογράφεται, αλλά από τις δυνατότητες που δημιουργούνται γύρω από αυτό. Όταν μια πολιτική συνεργασία αποκτά επιχειρησιακό, τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, αποκτά και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στον χρόνο.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα πρέπει να στραφεί η ελληνική προσοχή. Ο σημερινός Οδικός Χάρτης δεν ανακοινώνει συγκεκριμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα, συγκεκριμένα οπλικά συστήματα ή κοινή παραγωγή. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί συζητήσεις γύρω από πιθανή τουρκική προμήθεια γαλλοϊταλικού SAMP/T και, ιδιαίτερα, γύρω από τον ευρωπαϊκό πύραυλο αέρος-αέρος Meteor. Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τα επίσημα στοιχεία ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα αποτελούν περιεχόμενο του Οδικού Χάρτη. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι άλλο είναι το πλαίσιο πολιτικής και αμυντικής συνεργασίας που υπογράφηκε σήμερα και άλλο οι εξοπλιστικές επιλογές που μπορεί να εξεταστούν στο μέλλον.
Η σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν μεγαλύτερη εάν η γαλλοτουρκική συνεργασία περνούσε από τον διάλογο σε συγκεκριμένες αμυντικές και τεχνολογικές δυνατότητες. Ένα πρόγραμμα εξοπλισμού, μια βιομηχανική συνεργασία ή μια σταθερή σχέση στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας δημιουργεί διαφορετικού τύπου δεσμούς από μια πολιτική δήλωση. Εκεί θα κριθεί τελικά εάν ο Οδικός Χάρτης θα παραμείνει ένας μηχανισμός επικοινωνίας ή θα εξελιχθεί σε σχέση με ουσιαστικότερο στρατηγικό αποτύπωμα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί ούτε χρειάζεται να ζητήσει από τη Γαλλία να περιορίσει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Μπορεί, όμως, να κάνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: να αυξήσει το πραγματικό περιεχόμενο της δικής της στρατηγικής σχέσης με το Παρίσι. Επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, αμυντική και τεχνολογική συνεργασία, συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα και βαθύτερη σύνδεση των αμυντικών βιομηχανιών δεν αποτελούν απάντηση στην τουρκική πλευρά, αλλά επένδυση στη διάρκεια και στην πρακτική αξία της ελληνογαλλικής σχέσης.
Παράλληλα, η Ελλάδα δεν μπορεί να μεταφέρει την ευθύνη της αποτροπής της στους συμμάχους της. Η γαλλική στρατηγική επιλογή δείχνει ακριβώς γιατί οι συμμαχίες λειτουργούν μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα συμφερόντων: κάθε κράτος επιδιώκει να αυξάνει τις επιλογές του και να διατηρεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων. Η ελληνική απάντηση πρέπει επομένως να στηρίζεται στη δική της αποτρεπτική ισχύ, η οποία αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία αποκτούν μεγαλύτερη αξία οι συμμαχικές δεσμεύσεις.
Εν κατακλείδι, η γαλλοτουρκική προσέγγιση δεν ανατρέπει την ελληνογαλλική στρατηγική σχέση. Την υποχρεώνει, όμως, να αποδείξει στην πράξη τη στρατηγική της αξία. Το Παρίσι δεν πρόκειται να περιορίσει εκ των προτέρων τις επιλογές του σε μια περιοχή όπου συγκεντρώνονται κρίσιμα συμφέροντα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Αθήνα οφείλει να κινηθεί με την ίδια στρατηγική λογική: όχι να εμποδίσει μια γαλλοτουρκική προσέγγιση, αλλά να διασφαλίσει ότι η ελληνογαλλική σχέση παράγει διαρκείς επιχειρησιακές, τεχνολογικές και αμυντικές δυνατότητες. Η ανθεκτικότητα μιας στρατηγικής σχέσης δεν κρίνεται από το πόσες άλλες σχέσεις αποκλείει ο ένας εταίρος, αλλά από το πόσο συγκεκριμένα συμφέροντα και δυνατότητες έχει δημιουργήσει η ίδια.
