2026/05/12 at 3:53 ΜΜ 12/05/2026 newsroom
«Ο πατριωτισμός ως λαϊκίστική ρητορική: η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά»
Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Ο πατριωτισμός, ως έννοια πολιτικής ταυτότητας και συλλογικής αναφοράς, συχνά διασταυρώνεται στη δημόσια σφαίρα με τον λαϊκισμό, ο οποίος τείνει να απλοποιεί τον πολιτικό ανταγωνισμό μέσα από τη διχοτομία «λαός» και «ελίτ».
Στο πλαίσιο αυτό, ο πατριωτικός λόγος μπορεί να μετατραπεί από στοιχείο θεσμικής ευθύνης σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης και ηθικής οριοθέτησης των αντιπάλων.
Έτσι, ο πατριωτισμός μετατρέπεται από πολιτειακή αρετή σε εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης, εντασσόμενο σε μια ρητορική που ενισχύει τον διχασμό και απλοποιεί την πολιτική πραγματικότητα.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο πατριωτισμός δεν λειτουργεί απλώς ως αξιακή αναφορά, αλλά συχνά εργαλειοποιείται για την οριοθέτηση φίλων και αντιπάλων, την απλοποίηση σύνθετων ζητημάτων και τη νομιμοποίηση πολιτικών επιλογών.
Στις περιπτώσεις αυτές, η δημόσια συζήτηση δεν διεξάγεται στο πλαίσιο θετικής ή αρνητικής αποτίμησης ζητημάτων, αποτελεσματικότητας, στρατηγικής ή θεσμικών περιορισμών, αλλά οργανώνεται γύρω από διχοτομικές αξιολογήσεις περί «εθνικής ευθύνης» και «εθνικής απόκλισης».
Το αποτέλεσμα είναι η αναδιάταξη του πολιτικού ανταγωνισμού σε ένα ηθικοποιημένο πεδίο, όπου η κριτική προς κυβερνητικές επιλογές δεν διατυπώνεται ως διαφωνία πολιτικής, αλλά ως αμφισβήτηση της πατριωτικής επάρκειας των δρώντων.
Για την κατανόηση της μετατόπισης αυτής, είναι αναγκαία η αντιπαραβολή της σημερινής επιχειρηματολογίας του κ. Αντώνη Σαμαρά κατά την άσκηση κριτικής στην κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, με τη ρητορική και τις κυβερνητικές πρακτικές της περιόδουτης πρωθυπουργίας του (2012–2015), όταν ο πατριωτισμός δεν εμφανίζονταν ως εργαλείο ρητορικής αντιπαράθεσης, αλλά ως στοιχείο άσκησης κυβερνητικής ευθύνης.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτησή του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, κατά την Παρουσίαση του βιβλίου του ΜανώληΚοττάκη «Οι Απόρρητοι Φάκελοι Καραμανλή» στο Πολεμικό Μουσείο την 1ηΙουλίου 2024 (βλέπε: σχετική ομιλία).
Συγκεκριμένα, ο κ. Σαμαράς κατήγγειλε συνολικά την ασκούμενη εξωτερική πολιτική, χαρακτηρίζοντας τον διάλογο με την Τουρκία ως «συνομιλία με τον πειρατή», καταγγέλλοντας την ύπαρξη «λόμπι κατευναστών» και υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση, μέσω επιλογών όπως το «Σύμφωνο Φιλίας», οδηγεί τη χώρα σε διαρκείς υποχωρήσεις και εθνική ταπείνωση, ενώ η τουρκική προκλητικότητα κλιμακώνεται, καλώντας ευθέως σε εγκατάλειψη της πολιτικής διαλόγου με την Τουρκία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Αντώνης Σαμαράς υιοθετώντας μια ρητορική υψηλής πολιτικής έντασης τόνισε: «Τρώμε την μια προσβολή, την μια ταπείνωση, μετά την άλλη» και κάλεσε τον Πρωθυπουργό: «Να αναθεωρήσει πλήρως την … “Φιλία”με την Τουρκία, καθιστώντας σαφές στην πράξη ότι δεν εκβιαζόμαστε, δεν απειλούμαστε και δεν φοβόμαστε. Υπάρχουν όρια!.
Ωστόσο, η θέση αυτή έρχεται σε εμφανή αντίφαση με την περίοδο της πρωθυπουργίας του, κατά την οποία ο ίδιος περιέγραφε τον διάλογο με την Τουρκία ως αναγκαίο και παραγωγικό εργαλείο πολιτικής.
Συγκεκριμένα ο κ. Σαμαράς μετά τη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη κατά το 2ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας τον Μάρτιο 2013, χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη ημέρα ως “καλή ημέρα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις”,υπογραμμίζοντας ότι οι δύο χώρες “χτίζουν εμπιστοσύνη”, “δημιουργούν αμοιβαία συμφέροντα” και φέρνουν τους λαούς πιο κοντά, ενώ τόνιζε ότι η συνεργασία σε τομείς οικονομίας, εμπορίου και τουρισμού “βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών” και “παράγει ανάπτυξη και ειρήνη” (βλέπε:σχετικές δηλώσεις).
Στο ίδιο πλαίσιο, στο εν λόγω Συμβούλιο συμμετείχαν 16 Υπουργοί της τότε κυβέρνησης και η συνάντηση συνοδεύτηκε από την υπογραφή 25 συμφωνιών συνεργασίας σε κρίσιμους τομείς δημόσιας πολιτικής, όπως η υγεία, ο τουρισμός, ο αθλητισμός και η ενέργεια, υποδηλώνοντας τον σταθερό και θεσμικά οργανωμένο χαρακτήρα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης.
Παράλληλα, καθ’ όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του (2012–2015), η ελληνική κυβέρνηση διατήρησε ενεργό τον δίαυλο των διερευνητικών επαφών, με τη διεξαγωγή διαδοχικών γύρων συνομιλιών, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης τουρκικής προκλητικότητας, αναγνωρίζοντας στην πράξη τον διάλογο ως αναγκαίο εργαλείο διαχείρισης των διμερών διαφορών.
Για του λόγου το αληθές, με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία του ΓΕΕΘΑ για το 2013 (βλέπε: τα σχετικά στοιχεία), καταγράφεται ένα ιδιαίτερα αυξημένο επίπεδο τουρκικών παραβιάσεων του FIR Αθηνών κατά την περίοδο Φεβρουαρίου–Μαρτίου 2013, με καθημερινές εισόδους οπλισμένων σχηματισμών τουρκικών αεροσκαφών στον εθνικό εναέριο χώρο και συστηματικές αναχαιτίσεις από την Πολεμική Αεροπορία.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα περιβάλλον διαρκούς επιχειρησιακής πίεσης στο Αιγαίο, στο οποίο, παρά τη συνεχιζόμενη ένταση και τις επαναλαμβανόμενες προκλήσεις, η τότε κυβέρνηση Σαμαρά δεν επέλεξε την ακύρωση του διαλόγου, αλλά αντιθέτως τη θεσμική του συνέχιση μέσω των διερευνητικών επαφών και των μηχανισμών διμερούς συνεργασίας, προβάλλοντας την προσέγγιση και τη συνεννόηση ως συνειδητή στρατηγική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και ως θεσμικόεργαλείο διαχείρισης κρίσεων.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι ακόμη και σε περιβάλλον αυξημένης έντασης (βλέπε: σχετικό δημοσίευμα), όπως αυτό που διαμορφώθηκε πριν τη συνάντηση κορυφής στο Κάρντιφ της Ουαλίας, λόγω των προκλητικών δηλώσεων του κ. Ερντογάν από τα Κατεχόμενα –με τις οποίες απέδιδε ευθύνες στην Ελλάδα και τηνΚύπρο για το αδιέξοδο στο Κυπριακό –ησυνάντηση Σαμαρά – Ερντογάν πραγματοποιήθηκε κανονικά στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ.
Στην συγκεκριμένη συνάντηση, παρά την πλήρη καταγραφή της διάστασης απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών, ο κ. Σαμαράςδεν επέλεξε τη διακοπή των επαφών με την Τουρκία, αλλά αντιθέτως συμφώνησε με τον κ. Ερντογάν για τη συνέχιση τηςδιαδικασίας προσέγγισης, με τον προγραμματισμό νέας συνάντησης στην Αθήνα στο πλαίσιο του 3ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας (Δεκέμβριος 2014).
Κατά τη λήξη των εργασιών του εν λόγω Συμβουλίου, χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα από τις δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού κ. Σαμαρά (βλέπε: σχετικές δηλώσεις), όπου ανέφερε: «Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι στο ευρύτερο πλαίσιο των διμερών μας σχέσεων, υπάρχουν ζητήματα – αυτό είναι γνωστό – στα οποία έχουμε ουσιαστικότατες διαφωνίες. Αυτό το γεγονός το αναγνωρίζουμε πλήρως κι έχουμε στόχο να δημιουργήσουμε σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού ανάμεσά μας, ενισχύοντας τη συνεργασία μας, ώστε να συμβάλουμε και στην σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής μας».
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί ότι παρά την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, μέσα στο 2014 όπως τόνισε ο κ. Σαμαράς κατά την ομιλία του στο Επιχειρηματικό Φόρουμ Ελλάδος – Τουρκίας (βλέπε σχετική ομιλία), οι δύο κυβερνήσεις συνδιοργάνωσαν τέσσερις εκδηλώσεις επιχειρηματικής συνεργασίας.
Η στάση αυτή καταδεικνύει ότι ακόμη και υπό συνθήκες έντονης ρητορικής, προκλήσεων και έντασης, ο διάλογος από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου αντιμετωπιζόταν ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων και όχι ως ένδειξη υποχώρησης ή αδυναμίας.
Το παράδοξο όμως, είναι ότι σήμερα ο κ. Σαμαράς (Βλέπε συνέντευξή του στο ΒΗΜΑστις 17-11-2024) υποστηρίζει ότι την περίοδο 2012–2015 διεξήγαγε διάλογο με την Τουρκία επειδή τότε δεν υπήρχε Τουρκο-Λυβικό Μνημόνιο, αλλά ούτε ο εποικισμός της Αμμοχώστου και η επιμονή για δύο χωριστά κράτη στην Κύπρο.
Ωστόσο, τα πραγματικά δεδομένα της περιόδου δεν επιβεβαιώνουν την εικόνα που περιγράφει ο κ. Σαμαράς γιατί και εκείνη την περίοδο η τουρκική ηγεσία διατύπωνε αναθεωρητικές θέσεις στο Κυπριακό, ενώ στο Αιγαίο καταγράφονταν συστηματικές παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, σε αντίθεση με τη σημερινή περίοδο κατά την οποία έχουν αισθητά περιοριστεί έως εκμηδενιστεί.
Παράλληλα, η τουρκική προκλητικότητα εκδηλωνόταν και στην Ανατολική Μεσόγειο, με το ερευνητικό σκάφος Barbaros να πραγματοποιεί έρευνες εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη τεταμένο περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή.
Τέλος, παρέμεναν ενεργές πάγιες τουρκικές θέσεις περί αποστρατικοποίησης των νησιών και «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, ενώ ίσχυε κανονικά το Casus Belli.
Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται σαφές ότι η τουρκική αναθεωρητική συμπεριφορά δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, αλλά διαχρονική παράμετρο της ελληνοτουρκικής σχέσης, γεγονός που δεν εμπόδισε την τότε ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει τον διάλογο.
Ο κ. Σαμαράς ταυτόχρονα, κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του, όχι μόνο διεξήγαγε διάλογο με την Τουρκία, αλλά ήταν και ένθερμος υποστηρικτής της Ευρωπαϊκής της προοπτικής, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά (βλέπε σχετική δήλωση) ότι: «Η Ελλάδα έχει στηρίξει και στηρίζει την Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Γιατί η Ευρωπαϊκή Τουρκία, η Τουρκία που θα έχει εκπληρώσει όσα ισχύουν για όλους και θα ακολουθεί τα ίδια πρότυπα, θα είναι καλύτερος γείτονας για την Ελλάδα».
Σε σχέση με την αναφορά του στο Τουρκο-λυβικό Μνημόνιο, ότι παραβιάζει πλήρως το Διεθνές Δίκαιο, καταπατά ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και αποτελεί «πειρατική» πράξη θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στις κινήσεις που δεν έγιναν την περίοδο 2012-2014.
Συγκεκριμένα, από το 2012 η Τουρκία άρχισε να οριοθετεί μονομερώς την «υφαλοκρηπίδα» της στην Ανατολική Μεσόγειο, αγνοώντας πλήρως το Καστελόριζο και προχώρησε σε παραχώρηση αδειών για έρευνες πετρελαίου στην κρατική εταιρεία TPAO σε περιοχές νότια της Ρόδου και του Καστελόριζου.
Στις 12 Μαρτίου 2013 μάλιστα, κατέθεσε στον ΟΗΕ ρηματική διακοίνωση (Βλέπε: Note Verbale) με την οποία η Τουρκία ισχυριζόταν ότι έχει δικαιώματα δυτικά του μεσημβρινού 32°16’18”E, «εξαφανίζοντας» το Καστελόριζο (βλέπε σχετικό δημοσίευμα), από τον χάρτη των θαλασσίων ζωνών.
Δεδομένου ότι ο κ. Σαμαράς στην τελευταία του ομιλία στη Βουλή (βλέπε ομιλία)χαρακτήρισε τον εαυτό του διορατικό, έπειτα από τις τότε αναθεωρητικές ενέργειες της Τουρκίας, γιατί δεν κατέθεσε ποτέ συντεταγμένες στον ΟΗΕ για την περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού (εκεί δηλαδή που επηρεάζεται το Καστελόριζο),παρότι είχε εν ισχύ τον νόμο Μανιάτη που όριζε τα εξωτερικά όρια της υφαλοκρηπίδας;
Επίσης, γιατί δεν προχώρησε σε μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο (όπως έκανε το 2020 ο σημερινός Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης), ώστε να δημιουργηθούν προληπτικά τετελεσμένα διεθνούς νομιμότητας πριν την υπογραφή του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης, τα όσα αναφέρει στην ίδια συνέντευξη στο ΒΗΜΑ ο κ. Σαμαράς για το ζήτημα της ΑΟΖ, όπου υποστηρίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να διαπραγματεύεται αποκλειστικά την οριοθέτηση και όχι την ίδια τη βάση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, απορρίπτοντας εμμέσως κάθε συζήτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνυποσχετικό ή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης υπό αμφισβητούμενους όρους.
Ωστόσο, η θέση αυτή έρχεται σε αντίφαση με την πρακτική της διακυβέρνησής του, όπου ο τότε ΥΠΕΞ κ. Βενιζέλος έχει αναγνωρίσει δημοσίως (βλέπε συνέντευξη κ. Βενιζέλου) ότι η ελληνική πλευρά είχε ξεκινήσει διερευνητικές επαφές με την Τουρκία (με επικεφαλής τον Πρέσβη Παύλο Αποστολίδη), επιδιώκοντας τη διαμόρφωση συνθηκών για προσφυγή στη Χάγη, γεγονός που προϋποθέτει αναγκαστικά διαπραγμάτευση επί του αντικειμένου της διαφοράς και του πλαισίου επίλυσής της.
Δεδομένου ότι οι πάγιες τουρκικές θέσεις περί περιορισμένης επήρειας των νησιών και αμφισβήτησης της ΑΟΖ δεν αποτελούν πρόσφατο φαινόμενο, αλλά διαχρονική σταθερά της τουρκικής πολιτικής, καθίσταται σαφές ότι η τότε ελληνική κυβέρνηση δεν θεωρούσε τη διαπραγμάτευση επί αυτών των ζητημάτων ως ένδειξη υποχώρησης, αλλά ως αναγκαίο στοιχείο μιας οργανωμένης διπλωματικής στρατηγικής.
Εν κατακλείδι, αξίζει να σημειωθεί ότι στην πρόσφατη κριτική του προς την κυβέρνηση ο κ. Σαμαράς υποστηρίζει πως η αποφυγή μονομερών ενεργειών, όπως η ανακήρυξη ΑΟΖ ή η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., αποσκοπεί στην αποφυγή πρόκλησης έντασης, πλην όμως στην πράξη ενδέχεται να οδηγεί σε εμπέδωση του υφιστάμενου status quo που προβάλλει η τουρκική πλευρά.
Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του είχε εξαγγελθεί η πρόθεση ανακήρυξης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης από την Ελλάδα (βλέπε Προγραμματικές Δηλώσεις κυβέρνησης Σαμαρά, 6.7.2012).
Συνεπώς, το ερώτημα που εύλογα ανακύπτει είναι για ποιους λόγους η συγκεκριμένη εξαγγελία δεν έγινε κυβερνητική πράξη κατά τη διάρκεια της θητείας του, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το ζήτημα της ΑΟΖ αποτελούσε κεντρικό αντικείμενο δημόσιας πολιτικής και διπλωματικής συζήτησης;
Τέλος, στην ίδια συνέντευξη στο ΒΗΜΑ, ο κ. Σαμαράς αναφέρθηκε στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» που αποτελεί ανοικτή πρόκληση σε βάρος της Ελλάδος, ενώ η σημερινή κυβέρνηση δεν ζητά να αρθεί,διακηρύσσοντας τη «φιλία» της με την Τουρκία!
Ξεχνά να αναφέρει όμως, ότι ο όρος «Mavi Vatan» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά επίσημα στις 14 Ιουνίου 2006, κατά τη διάρκεια συμποσίου στο Κέντρο Πολιτισμού του Τουρκικού Ναυτικού (Deniz Kuvvetleri Kültür Merkezi) από τον τότε αντιναύαρχο Τζεμ Γκιουρντενίζ (CemGürdeniz) (βλέπε σχετικό λινκ).
Στη συνέχεια, το 2011 ο Ναύαρχος CihatYaycı (Τζιχάτ Γιαϊτζί) δημοσίευσε μια μελέτη (βλέπε σχετική μελέτη), στο περιοδικό της Τουρκικής Ακαδημίας Πολεμικού Ναυτικού (Deniz Harp Okulu), όπου παρουσίασε για πρώτη φορά τον χάρτη που αγνοεί την επήρεια των νησιών.
Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται σαφές ότι η ανάδειξη του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» ως δήθεν πρόσφατης και αιφνίδιας απειλής δεν αποτυπώνει την πραγματική ιστορική του εξέλιξη, αλλά μια μακρόχρονη στρατηγική διεργασία η οποία έχει καταγραφεί και αναλυθεί ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Στην τελευταία του ομιλία στη Βουλή (βλέπε ομιλία) επίσης, ο κ. Σαμαράς χαρακτήρισε ως «αυτονόητη» ενέργεια την στρατηγική κίνηση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, να αποστείλει δύο φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού και τέσσερα αεροσκάφη F16 στην Κύπρο, συμβάλλοντας στην αποτροπή πιθανών απειλών κατά των στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών του νησιού, επιχειρώντας ταυτόχρονα να υποβαθμίσει τη στρατηγική τους διάσταση.
Η θέση αυτή προκαλεί ερωτηματικά όταν διατυπώνεται από έναν πρώην Πρωθυπουργό, δεδομένου ότι καμία ενέργεια στις Διεθνείς Σχέσεις δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη ή «αυτονόητη»,αλλά αποτελεί προϊόν σύνθετων στρατηγικών υπολογισμών που λαμβάνουν υπόψη συσχετισμούς ισχύος, εκτιμήσεις κινδύνου και γεωπολιτικές ισορροπίες.
Υπό την οπτική αυτή, εφόσον ο ισχυρισμός του κ. Σαμαρά ευσταθεί, γεννάται το ερώτημα γιατί δεν θεωρήθηκε «αυτονόητη» η αποστολή αντίστοιχων στρατιωτικών μέσων στην Κύπρο κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του,όταν το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Barbaros πραγματοποιούσε έρευνες εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, ώστε να υπερασπιστεί και προστατεύσει τα δίκαια της Κύπρου;
Το ερώτημα αυτό λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη αξία αν ληφθεί υπόψη ότι κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του, ο Αντώνης Σαμαράς διαβεβαίωνε τον τότε Πρόεδρο της Κύπρου κ. Χριστόφια για την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλέπε σχετική δήλωση προς τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια).
Την ίδια στιγμή βέβαια, ο κ. Σαμαράς σε συνέντευξή του στις 7/11/2014, στον Κυπριακό τηλεοπτικό σταθμό Σίγμα και τον δημοσιογράφο κ. Χρύσανθο Τσουρούλλη(βλέπε: σχετική συνέντευξη), ανέφερε: «Πιστεύω ότι αυτήν την ώρα ένα θερμό επεισόδιο θα ήταν μια πάρα πολύ αρνητική εξέλιξη».
Επίσης, δεδομένης της συχνής αναφοράς του κ. Σαμαρά σε «κατευναστές» και «πατριώτες», θα πρέπει να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη στρατηγική απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη δεν μπορεί να ενταχθεί στη λογική του κατευνασμού.
Αντιθέτως, συνιστά μια σαφή στρατηγική επιλογή ενεργητικής αποτροπής και έμπρακτης υποστήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενισχύοντας την αξιοπιστία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και αποτυπώνοντας την πρόθεση της χώρας να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της συμφέροντα στο πεδίο και όχι μόνο σε επίπεδο ρητορικής.
Υπό το πρίσμα αυτό, εφόσον ο κ. Αντώνης Σαμαράς προβάλλει σήμερα την ανάγκη πιο ενεργητικής στάσης έναντι της Τουρκίας, γεννάται το ερώτημα γιατί η κυβέρνησή του κατά την περίοδο 2012–2015, δεν ανέλαβε αντίστοιχεςπρωτοβουλίες αυξημένου στρατηγικού κόστους και ρίσκου τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο;
Η αναφορά, επίσης, περί «εθνικού ευτελισμού» σε περίπτωση αποχώρησης της Ελλάδας από την Κύπρο μετά τη λήξη των επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, παραγνωρίζει ότι η παρουσία στρατιωτικών μέσων στο εξωτερικό δεν αποτελεί ζήτημα αντιπολιτευτικών κορόνων και βερμπαλισμού, αλλά αντικείμενο δυναμικής στρατηγικής αξιολόγησης, η οποία προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες συνθήκες ασφάλειας, στις επιχειρησιακές ανάγκες και στους ευρύτερους γεωπολιτικούς συσχετισμούς.
Εν κατακλείδι, η αντιπαραβολή της σημερινής ρητορικής και δημόσιας στάσης του κ. Σαμαρά με την κυβερνητική πρακτική της περιόδου 2012–2015 αναδεικνύει μια σαφή αντίφαση.
Επισημαίνει, ότι όταν ο πατριωτισμός αποκόπτεται από τη θεσμική του ευθύνη και μετατρέπεται σε εργαλείο συγκυριακής πολιτικής αντιπαράθεσης, τροφοδοτεί τον λαϊκισμό.
Γιατί τελικά, ο πατριωτισμός δεν αποδεικνύεται με ρητορικές εξάρσεις και ακραία αντιπολιτευτικές κορόνες, αλλά με συνέπεια λόγων και πράξεων.
