2026/08/18 at 7:06 ΠΜ 17/08/2026 newsroom
Γράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull
Η νέα προσέγγιση Τουρκίας και Αιγύπτου αποκτά πλέον διαστάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ μια διμερή διπλωματική επαναπροσέγγιση. Η επίσκεψη του Χακάν Φιντάν στο Ελ Αλαμέιν, οι νέες συμφωνίες σε μεταφορές, υποδομές, επενδύσεις, εφοδιαστική και εμπόριο, ο στόχος αύξησης των διμερών συναλλαγών στα 15 δισ. δολάρια και, κυρίως, η προσπάθεια της Άγκυρας να συνδέσει το Κάιρο με το νέο αμυντικό σχήμα Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν, συνθέτουν μια εικόνα που η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ως μια ακόμη διπλωματική κινητικότητα.
Η Αίγυπτος βρίσκεται στο κέντρο μιας γεωπολιτικής εξίσωσης στην οποία συναντώνται η Ανατολική Μεσόγειος, η Λιβύη, η Γάζα, η Ερυθρά Θάλασσα, η Διώρυγα του Σουέζ και οι ενεργειακές διαδρομές προς την Ευρώπη. Για την Ελλάδα, επομένως, το Κάιρο δεν είναι απλώς ένας σημαντικός εταίρος. Είναι ένας στρατηγικός πολλαπλασιαστής ισχύος, η στάση του οποίου μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή.
Η Τουρκία φαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα με εξαιρετική καθαρότητα. Η Άγκυρα δεν περιορίζεται πλέον στην αποκατάσταση των σχέσεων με την Αίγυπτο μετά τη μακρά περίοδο αντιπαράθεσης που ακολούθησε την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι. Επιχειρεί να μετατρέψει τη διμερή προσέγγιση σε μέρος μιας ευρύτερης περιφερειακής αρχιτεκτονικής. Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν, προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων και περιλαμβάνει μηχανισμούς πολιτικού και στρατιωτικού συντονισμού, κοινές ασκήσεις και συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία. Η Τουρκία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι η πόρτα είναι ανοικτή για την Αίγυπτο.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή το Κάιρο δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής του συγκεκριμένου σχήματος. Στις 21 Ιουνίου φιλοξένησε την τέταρτη συμβουλευτική συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Αιγύπτου, Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, γεγονός που δείχνει ότι το τετραμερές πλαίσιο πολιτικού συντονισμού υπήρχε ήδη πριν από την υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας της Μέκκας.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Αίγυπτος είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τη στρατηγική της αυτονομία και να προσχωρήσει αυτομάτως στη συμφωνία. Το Κάιρο έχει δηλώσει ότι εξετάζει το ενδεχόμενο ένταξης, όμως μέχρι σήμερα δεν έχει υπογράψει. Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία, διότι η αιγυπτιακή εξωτερική πολιτική βασίζεται ακριβώς στην ικανότητα του κράτους να διατηρεί πολλαπλές στρατηγικές επιλογές χωρίς να εγκλωβίζεται σε έναν μόνο συνασπισμό.
Η σχέση Αιγύπτου–Σαουδικής Αραβίας, άλλωστε, δεν παρουσιάζει σήμερα την εικόνα μιας σοβαρής διμερούς ρήξης που θα μπορούσε από μόνη της να εμποδίσει την αιγυπτιακή συμμετοχή. Αντιθέτως, Ριάντ και Κάιρο εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη σχέση τους στρατηγική και να εμβαθύνουν την οικονομική και επενδυτική συνεργασία τους, ενώ ο πρόεδρος Σίσι έχει επανειλημμένα εκφράσει τη στήριξή του στη σαουδαραβική ασφάλεια.
Υπάρχουν, ωστόσο, διαφορετικές αντιλήψεις συμφερόντων που δεν πρέπει να αγνοούνται. Η Αίγυπτος επιθυμεί να έχει ιδιαίτερο λόγο για την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας και έχει υποστηρίξει ότι η διακυβέρνηση της περιοχής πρέπει να παραμένει υπόθεση των παράκτιων κρατών. Η θέση αυτή μπορεί να δημιουργεί αποχρώσεις στις σχέσεις της με το Ριάντ, χωρίς όμως να συνιστά σήμερα στρατηγική ρήξη. Παράλληλα, οι εξελίξεις στο Σουδάν, στη Λιβύη και στο Κέρας της Αφρικής δημιουργούν διαφορετικές προτεραιότητες και ενίοτε διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των αραβικών πρωτευουσών.
Για την Ελλάδα το κρίσιμο ερώτημα είναι, επομένως, όχι εάν η Αίγυπτος θα ενταχθεί αύριο στη Συμφωνία της Μέκκας, αλλά εάν η Τουρκία καταφέρει να μετατρέψει τη σχέση της με το Κάιρο σε μόνιμο στρατηγικό άξονα. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την τυπική ένταξη της Αιγύπτου σε έναν αμυντικό μηχανισμό.
Η ιστορία των σχέσεων Ερντογάν–Σίσι δείχνει πόσο θεαματικά μπορούν να αλλάξουν οι περιφερειακές ισορροπίες. Η Τουρκία του Ερντογάν είχε βρεθεί στον αντίποδα του καθεστώτος Σίσι, ιδιαίτερα μετά την ανατροπή του Μόρσι το 2013. Η Άγκυρα είχε προσφέρει πολιτική και διπλωματική στήριξη σε στελέχη και εξόριστους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και ο Ερντογάν είχε καταστήσει την αντίθεσή του προς τον Σίσι κεντρικό στοιχείο της τότε περιφερειακής του πολιτικής. Η σημερινή εικόνα είναι εντυπωσιακά διαφορετική: ο Ερντογάν και ο Σίσι όχι μόνο έχουν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους, αλλά έχουν πλέον θεσμοθετήσει μηχανισμούς στρατηγικής συνεργασίας και το 2026 πραγματοποίησαν νέα σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας.
Αυτή η μεταβολή είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της κλασικής ρεαλιστικής αντίληψης των διεθνών σχέσεων: τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους· έχουν μόνιμα συμφέροντα. Η Τουρκία και η Αίγυπτος δεν ξέχασαν το παρελθόν τους. Απλώς διαπίστωσαν ότι το σημερινό περιφερειακό περιβάλλον δημιουργεί συμφέροντα ισχυρότερα από τις παλιές αντιπαραθέσεις.
Ακριβώς γι’ αυτό η Αθήνα δεν πρέπει να θεωρήσει τη σημερινή ελληνοαιγυπτιακή σχέση ως κεκτημένο που δεν χρειάζεται διαρκή ανανέωση. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η διπλωματική αδράνεια μπορεί να επιτρέψει στην Τουρκία να περιορίσει σταδιακά τη σημασία τους.
Το σημαντικότερο από αυτά τα πλεονεκτήματα βρίσκεται στη θάλασσα.
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 για τη μερική οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών δεν αποτελεί απλώς μια διμερή διπλωματική επιτυχία. Αποτελεί στρατηγικό αντίβαρο στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο η Ελλάδα απορρίπτει ως αντίθετο προς το Δίκαιο της Θάλασσας και το οποίο η Αίγυπτος εξακολουθεί επισήμως να μην αναγνωρίζει. Το Κάιρο έχει επαναλάβει στα Ηνωμένα Έθνη ότι δεν αναγνωρίζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και απορρίπτει τις νομικές συνέπειες που επιχειρούν να παραχθούν από αυτό.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Αθήνα, επειδή δείχνει ότι η τουρκική προσέγγιση με την Αίγυπτο δεν έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει σε εγκατάλειψη των αιγυπτιακών θέσεων έναντι του τουρκολιβυκού σχεδιασμού. Το αντίθετο μάλιστα: η Αίγυπτος έχει προχωρήσει σε δικές της θαλάσσιες έρευνες στη δυτική πλευρά της Μεσογείου, αμφισβητώντας στην πράξη περιοχές που η Λιβύη θεωρεί ότι εμπίπτουν στο τουρκολιβυκό πλαίσιο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Η μερική ελληνοαιγυπτιακή οριοθέτηση και η αιγυπτιακή απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου δημιουργούν ένα κοινό γεωπολιτικό υπόβαθρο που είναι πολύ βαθύτερο από μια απλή πολιτική σύμπτωση. Εάν η Αθήνα και το Κάιρο προχωρήσουν σε περαιτέρω οριοθέτηση, όπου αυτό καταστεί πολιτικά και τεχνικά εφικτό, τότε η τουρκική προσπάθεια να δημιουργήσει έναν ενιαίο θαλάσσιο διάδρομο μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης θα αντιμετωπίσει ακόμη ισχυρότερο αντίβαρο.
Το πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία το γνωρίζει και γι’ αυτό δεν επιχειρεί πλέον να αντιμετωπίσει την Αίγυπτο ως αντίπαλο. Επιχειρεί να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στις δύο χώρες χωρίς να χρειάζεται να επιλύσει όλα τα σημεία διαφωνίας. Η πρόσφατη συνεργασία Άγκυρας–Καΐρου στη Λιβύη, στη Γάζα, στην περιφερειακή ασφάλεια και στην αμυντική βιομηχανία δείχνει ακριβώς αυτή τη λογική. Η Τουρκία και η Αίγυπτος εξακολουθούν να έχουν διαφορές για τη Λιβύη και τη Συρία, όμως η συνεργασία τους έχει ήδη αποκτήσει σημαντικό βάθος.
Η κατάσταση στο Σινά προσθέτει ακόμη μία διάσταση στην εξίσωση. Η εικόνα δεν δικαιολογεί την περιγραφή μιας περιοχής που βρίσκεται σήμερα σε γενικευμένη κατάρρευση ασφαλείας. Η δράση του ISIS-Sinai έχει υποχωρήσει δραματικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, με σημαντική αποδυνάμωση της οργάνωσης και περιορισμό της επιχειρησιακής της δράσης. Παράλληλα, όμως, η περιοχή του Βόρειου Σινά εξακολουθεί να αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητη ζώνη ασφαλείας, ενώ η γεωπολιτική πίεση που δημιουργεί ο πόλεμος στη Γάζα επαναφέρει το Σινά στο επίκεντρο της αιγυπτιακής εθνικής ασφάλειας.
Για την Ελλάδα αυτό έχει άμεση σημασία. Το Σινά βρίσκεται δίπλα στη Γάζα, στην Αίγυπτο, στο Ισραήλ και στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ συνδέεται με τη στρατηγική ασφάλεια της Διώρυγας του Σουέζ. Μια αποσταθεροποίηση εκεί δεν θα ήταν απλώς αιγυπτιακό πρόβλημα. Θα μπορούσε να επηρεάσει τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ενεργειακές ροές, το μεταναστευτικό και συνολικά την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Αίγυπτος, επομένως, χρειάζεται την Ελλάδα όσο και η Ελλάδα την Αίγυπτο, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Το Κάιρο χρειάζεται πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, ενεργειακές διασυνδέσεις, ευρωπαϊκή πολιτική στήριξη και σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα χρειάζεται ένα ισχυρό αιγυπτιακό κράτος που να λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας στη Λιβύη, στην Ερυθρά Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο και, κυρίως, να μην επιτρέψει στην Τουρκία να μετατρέψει τη γεωπολιτική της σχέση με το Κάιρο σε ανατροπή των υφιστάμενων θαλάσσιων ισορροπιών.
Η δεύτερη μεγάλη θεωρητική αρχή που πρέπει να κρατήσει η Αθήνα είναι αυτή του Kenneth Waltz: σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς κεντρική αρχή που να εγγυάται την ασφάλεια των κρατών, η ισχύς και η θέση ενός κράτους εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τις σχέσεις του και ισορροπεί απέναντι στους άλλους. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει ισχυρότερη από την Τουρκία σε κάθε επίπεδο. Χρειάζεται να δημιουργήσει ένα περιφερειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο η τουρκική ισχύς δεν θα μπορεί να μετατρέπεται αυτόματα σε τουρκική επιρροή.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ελληνική πολιτική πρέπει να γίνει περισσότερο στρατηγική και λιγότερο αντιδραστική.
Η Αθήνα πρέπει να επιταχύνει τον GREGY και να τον αντιμετωπίσει ως γεωπολιτική υποδομή και όχι ως απλό ενεργειακό project. Πρέπει να εμβαθύνει την αμυντική συνεργασία με το Κάιρο, ιδίως στη θαλάσσια επιτήρηση, στην προστασία κρίσιμων υποδομών και στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Πρέπει να ενισχύσει την τριμερή Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος με συγκεκριμένα έργα και όχι μόνο με κοινές διακηρύξεις. Παράλληλα, οφείλει να αξιοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε η σχέση Αθήνας–Καΐρου να αποκτήσει ευρωπαϊκό οικονομικό και ενεργειακό βάθος.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει, επίσης, να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Λιβύη και να αξιοποιεί κάθε σημείο σύγκλισης με την Αίγυπτο. Η διατήρηση της αιγυπτιακής απόρριψης του τουρκολιβυκού μνημονίου είναι εξαιρετικά σημαντική, ενώ μια μελλοντική περαιτέρω οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη νομική και γεωπολιτική θέση της Αθήνας.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να αλλάξει η ίδια η ελληνική αντίληψη για το Κάιρο. Η Ελλάδα δεν πρέπει να προσπαθεί να «κρατήσει» την Αίγυπτο μακριά από την Τουρκία. Μια τέτοια πολιτική θα ήταν όχι μόνο ανεδαφική, αλλά και αντιπαραγωγική. Το Κάιρο έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτή την πόρτα προς την Άγκυρα, όπως έχει κάθε λόγο να διατηρεί τις σχέσεις του με την Αθήνα, τη Λευκωσία, το Ριάντ, την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες.
Η ελληνική επιδίωξη πρέπει να είναι διαφορετική: να καταστήσει τη σχέση με την Ελλάδα τόσο βαθιά, τόσο οικονομικά χρήσιμη, τόσο ενεργειακά σημαντική και τόσο γεωπολιτικά αναγκαία, ώστε η Αίγυπτος να μην έχει κανένα συμφέρον να την υποβαθμίσει.
Αυτό είναι το πραγματικό παιχνίδι που βρίσκεται μπροστά μας.
Η Τουρκία δεν έχει «κερδίσει» την Αίγυπτο. Η Ελλάδα δεν την έχει «χάσει». Εκείνο που έχει αλλάξει είναι ότι η Αίγυπτος έχει γίνει το σημαντικότερο πεδίο ανταγωνισμού για τη διαμόρφωση της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει το Κάιρο με ένα νέο δίκτυο στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος που εκτείνεται από την Ανατολία μέχρι τον Περσικό Κόλπο και το Πακιστάν. Η Αθήνα διαθέτει ένα διαφορετικό, αλλά εξαιρετικά ισχυρό χαρτί: τη σύνδεση της Αιγύπτου με την Ευρώπη, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Αίγυπτος θα επιλέξει Ελλάδα ή Τουρκία. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια χώρα θα καταφέρει να καταστήσει τη δική της σχέση με την Αίγυπτο αναπόσπαστο μέρος της περιφερειακής τάξης που διαμορφώνεται τώρα.
Εάν το Κάιρο ενταχθεί τελικά στη Συμφωνία της Μέκκας, η εξέλιξη θα είναι σημαντική για την Ελλάδα, όχι επειδή θα δημιουργηθεί αυτομάτως ένα αντιελληνικό μπλοκ, αλλά επειδή η Τουρκία θα έχει καταφέρει να συνδέσει τη στρατιωτική της ισχύ με την αιγυπτιακή γεωγραφική και στρατηγική βαρύτητα, τη σαουδαραβική οικονομική δύναμη και την πακιστανική στρατιωτική ισχύ. Η Ελλάδα θα βρεθεί τότε μπροστά σε μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα, στην οποία η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απλή ενίσχυση των υφιστάμενων συμμαχιών.
Η απάντηση πρέπει να είναι η δημιουργία μιας δικής της αρχιτεκτονικής.
Μιας αρχιτεκτονικής στην οποία η Ελλάδα θα αποτελεί την ευρωπαϊκή πύλη της Ανατολικής Μεσογείου, η Κύπρος θα λειτουργεί ως κρίσιμος γεωγραφικός και ενεργειακός σύνδεσμος, η Αίγυπτος ως στρατηγικός εταίρος της Ευρώπης και η ενέργεια, οι θαλάσσιες υποδομές και η ασφάλεια θα δημιουργούν ένα πλέγμα συμφερόντων που δεν θα μπορεί εύκολα να διαλυθεί από μια πρόσκαιρη τουρκική διπλωματική επιτυχία.
Η Αθήνα δεν έχει χάσει το παιχνίδι για την Αίγυπτο. Αλλά το παιχνίδι έχει πλέον αρχίσει. Και αυτή τη φορά δεν θα κριθεί από το ποιος θα κάνει την καλύτερη δήλωση, θα κριθεί από το ποιος θα προλάβει να δημιουργήσει τα ισχυρότερα στρατηγικά συμφέροντα.
