2026/08/24 at 1:17 ΜΜ 24/08/2026 newsroomΓράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull
Υπάρχει μια ιδιαίτερη στιγμή στα τέλη Αυγούστου, όταν το καλοκαίρι δεν έχει ακόμη τελειώσει, αλλά η αίσθηση του τέλους έχει ήδη αρχίσει να γίνεται αισθητή. Η θάλασσα παραμένει ζεστή, τα βράδια κρατούν ακόμη κάτι από τη διάρκεια του καλοκαιριού και στα νησιά τα τραπέζια εξακολουθούν να μένουν έξω μέχρι αργά. Παρ’ όλα αυτά, κάτι έχει αλλάξει. Οι δρόμοι αρχίζουν να γεμίζουν ξανά, οι πόλεις επιστρέφουν αργά στον ρυθμό τους και μαζί τους επιστρέφει εκείνη η αίσθηση του χρόνου που για λίγες εβδομάδες είχαμε καταφέρει να ξεχάσουμε.
Ίσως γι’ αυτό οι τελευταίες ημέρες του Αυγούστου έχουν μια μελαγχολία διαφορετική από εκείνη του τέλους. Δεν είναι μόνο η σκέψη ότι τελειώνουν οι διακοπές. Είναι η αίσθηση ότι επιστρέφουμε σε έναν κόσμο που, όσο εμείς κοιτούσαμε τη θάλασσα, συνέχισε να κινείται.
Κάθε καλοκαίρι δημιουργεί μια μικρή αυταπάτη: ότι ο κόσμος μπορεί να περιμένει. Ότι οι μεγάλες αποφάσεις μπορούν να πάρουν μια παράταση, ότι οι εντάσεις μπορούν για λίγο να μείνουν έξω από το κάδρο, ότι η Ιστορία μπορεί να κάνει κι αυτή ένα μικρό διάλειμμα μαζί μας. Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν σταματά. Οι κυβερνήσεις σχεδιάζουν, οι αγορές μετακινούνται, οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, οι ανταγωνισμοί συνεχίζονται και οι αποφάσεις που σήμερα μοιάζουν τεχνικές μπορεί αύριο να αποδειχθούν στρατηγικές.
Αυτό ίσως είναι το παράδοξο του φετινού καλοκαιριού. Ενώ εκατομμύρια άνθρωποι αναζήτησαν για λίγες ημέρες την αίσθηση της κανονικότητας, ο κόσμος γύρω τους συνέχισε να αλλάζει. Όχι απαραίτητα με γεγονότα που θα καταγραφούν όλα ως ιστορικές στιγμές, αλλά μέσα από μικρές και συχνά αθόρυβες μετατοπίσεις στην ενέργεια, στο εμπόριο, στην τεχνολογία, στις θαλάσσιες διαδρομές και στις σχέσεις μεταξύ κρατών.
Το πιο σημαντικό, όμως, δεν είναι ότι ο κόσμος αλλάζει. Αυτό συνέβαινε πάντοτε. Το πιο σημαντικό είναι ότι αλλάζουν οι βεβαιότητες με τις οποίες μάθαμε να τον ερμηνεύουμε.
Για αρκετές δεκαετίες θεωρήσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι η Ευρώπη θα παρέμενε ένας χώρος ειρήνης και σχετικής ασφάλειας, ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα περιόριζε τις μεγάλες συγκρούσεις, ότι η παγκοσμιοποίηση θα συνέχιζε να κάνει τα σύνορα λιγότερο σημαντικά και ότι οι διεθνείς θεσμοί, παρά τις αδυναμίες τους, θα μπορούσαν να συγκρατούν τις μεγαλύτερες εντάσεις.
Σήμερα καμία από αυτές τις παραδοχές δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Δεν σημαίνει ότι όλες κατέρρευσαν ούτε ότι ο κόσμος οδηγείται αναπόφευκτα σε μια νέα μεγάλη σύγκρουση. Σημαίνει κάτι πιο απλό και ίσως πιο δύσκολο: ότι δεν μπορούμε πλέον να είμαστε βέβαιοι πως το αύριο θα μοιάζει αρκετά με το χθες.
Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις βαθύτερες γεωπολιτικές αλλαγές της εποχής μας.
Η γεωπολιτική έχει άλλωστε μια ιδιόμορφη σχέση με τον χρόνο. Οι κοινωνίες σκέφτονται σε εκλογικούς κύκλους, οι κυβερνήσεις σε θητείες και οι επιχειρήσεις σε επενδυτικούς ορίζοντες. Οι στρατηγικές επιλογές, όμως, έχουν συχνά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια. Ένα ενεργειακό έργο που σχεδιάζεται σήμερα μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες μιας περιοχής για δεκαετίες. Ένα λιμάνι μπορεί να μεταβάλει τις εμπορικές ροές πολύ περισσότερο από όσο διαρκεί μια κυβερνητική θητεία. Ένα υποθαλάσσιο καλώδιο μπορεί να δημιουργήσει μια σχέση εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης που κανένας υπουργός δεν θα μπορεί εύκολα να ανατρέψει.
Οι σημαντικότερες γεωπολιτικές αλλαγές δεν έχουν πάντοτε την εικόνα μιας κρίσης. Μερικές φορές δεν έχουν καν εικόνα. Βρίσκονται σε έναν χάρτη ενεργειακών διασυνδέσεων, σε μια επένδυση σε ένα λιμάνι, σε έναν νέο εμπορικό διάδρομο, σε μια τεχνολογία που αλλάζει σταδιακά τους όρους της ισχύος ή σε μια δημογραφική μεταβολή που σήμερα μοιάζει αργή, αλλά σε είκοσι χρόνια μπορεί να έχει αλλάξει ολόκληρη την ισορροπία μιας περιοχής.
Ίσως εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα της εποχής της διαρκούς ενημέρωσης. Έχουμε μάθει να θεωρούμε σημαντικό κυρίως ό,τι κάνει θόρυβο. Μια δήλωση προκαλεί αντιδράσεις, μια κρίση καταλαμβάνει τις πρώτες σελίδες, ένας χάρτης γίνεται αντικείμενο αντιπαράθεσης στα κοινωνικά δίκτυα και για λίγες ημέρες όλοι αισθάνονται ότι παρακολουθούν από κοντά τη γεωπολιτική.
Η πραγματική αλλαγή, όμως, μπορεί να βρίσκεται κάπου αλλού.
Στα έργα που προχωρούν χωρίς πρωτοσέλιδα. Στις σχέσεις που οικοδομούνται χωρίς δηλώσεις. Στις υποδομές που δημιουργούν νέες εξαρτήσεις. Στις διαδρομές ενέργειας και εμπορίου που αρχίζουν να συνδέουν περιοχές οι οποίες μέχρι χθες δεν είχαν ιδιαίτερο λόγο να κοιτάζουν η μία την άλλη.
Η γεωπολιτική δεν είναι μόνο η διαχείριση της κρίσης. Είναι και η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι εγκαίρως τι πρόκειται να αποκτήσει σημασία.
Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ελλάδα.
Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τη γεωπολιτική κυρίως μέσα από το πρίσμα της απειλής και της αποτροπής, κάτι απολύτως φυσικό για μια χώρα που βρίσκεται σε μια δύσκολη γειτονιά. Υπάρχει, όμως, μια δεύτερη διάσταση που ίσως αξίζει να κοιτάξουμε περισσότερο: τη δυνατότητα της Ελλάδας να λειτουργήσει ως σημείο σύνδεσης.
Η γεωγραφία της δεν είναι μόνο ένα σύνολο συνόρων που πρέπει να προστατευθούν. Είναι επίσης ένας χώρος όπου συναντώνται θαλάσσιες διαδρομές, ενεργειακά δίκτυα, εμπορικοί δρόμοι και πολιτικές συμμαχίες. Η Μεσόγειος δεν είναι απλώς το τοπίο μέσα στο οποίο περάσαμε τα καλοκαίρια μας. Είναι ένας χώρος στον οποίο η Ιστορία επιστρέφει ξανά και ξανά, υπενθυμίζοντας ότι η γεωγραφία μπορεί να αλλάζει τη μορφή της, αλλά δεν παύει να επηρεάζει τη μοίρα των κρατών.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν χρειάζεται να περιμένει την επόμενη κρίση για να αποδείξει τη στρατηγική της αξία. Χρειάζεται να επενδύσει στο γεγονός ότι βρίσκεται σε ένα σημείο όπου διαφορετικοί κόσμοι συναντώνται. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα προστατεύσει τη θέση της, αλλά πώς θα τη μετατρέψει σε πλεονέκτημα.
Ίσως γι’ αυτό το τέλος του καλοκαιριού είναι μια καλή στιγμή για να κοιτάξουμε λίγο πέρα από την επικαιρότητα.
Το καλοκαίρι μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο χρόνος σταματά. Οι τελευταίες ημέρες του Αυγούστου μάς θυμίζουν ότι δεν σταμάτησε ποτέ. Εμείς απλώς απομακρυνθήκαμε για λίγο από τον θόρυβό του.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις εποχές της Ιστορίας. Δεν υπάρχει πάντοτε μια συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία ένας κόσμος τελειώνει και ένας άλλος αρχίζει. Οι παλιές βεβαιότητες μπορεί να παραμένουν για χρόνια στη θέση τους, ενώ ταυτόχρονα παύουν σταδιακά να λειτουργούν όπως πριν.
Ίσως αυτό να συμβαίνει τώρα.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια θα είναι η νέα ισορροπία. Γνωρίζουμε, όμως, ότι η προηγούμενη δεν μπορεί να θεωρείται αιώνια.
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το τελευταίο καλοκαίρι της βεβαιότητας.
Όχι επειδή από τον Σεπτέμβριο ο κόσμος θα αλλάξει ξαφνικά ούτε επειδή περιμένει αναγκαστικά κάποια νέα μεγάλη κρίση. Είναι το τελευταίο καλοκαίρι της βεβαιότητας επειδή αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτε από όσα θεωρούσαμε σταθερά δεν είναι υποχρεωμένο να παραμείνει έτσι.
Σε λίγες ημέρες οι παραλίες θα αδειάσουν, τα καλοκαιρινά τραπέζια θα μαζευτούν και οι πόλεις θα ξαναβρούν τον γνώριμο ρυθμό τους. Η θάλασσα, ωστόσο, θα παραμείνει εκεί, όπως ήταν πριν από εμάς και όπως πιθανότατα θα είναι και μετά από εμάς, αδιάφορη απέναντι στις ημερομηνίες μας και στις βεβαιότητές μας.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο απλή υπενθύμιση που μας αφήνει κάθε τέλος καλοκαιριού: ο κόσμος δεν μας περιμένει να είμαστε έτοιμοι για να αλλάξει.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο κόσμος θα αλλάξει. Έχει ήδη αλλάξει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, όταν επιστρέψουμε από το τελευταίο καλοκαίρι της βεβαιότητας, θα έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε τον νέο κόσμο χωρίς να προσπαθούμε να τον ερμηνεύσουμε με τους κανόνες του παλιού.
