2026/10/24 at 6:44 ΜΜ 24/10/2026 newsroomΓράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull
Αν η Πνύκα μιλούσε από το State Department
Ας αντιστρέψουμε για λίγο τους ρόλους. Αν ο Μάρκο Ρούμπιο ήταν Έλληνας υπουργός Εξωτερικών και απηύθυνε από το βήμα του State Department το ίδιο μήνυμα που εξέπεμψε από την Πνύκα, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί την ελληνική διπλωματία να παραμερίζει τις εθνικές της προτεραιότητες επειδή ένας σύμμαχος θα ζητούσε να προηγηθεί η διαπραγμάτευση; Θα δεχόταν η Αθήνα να αντιμετωπίσει ως απλή διαπραγματευτική εκκρεμότητα ένα ζήτημα που θεωρεί ότι άπτεται των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, μόνο και μόνο για να διευκολύνει μια ευρύτερη περιφερειακή ισορροπία;
Με βάση τη λογική που ο ίδιος ο Ρούμπιο ανέπτυξε στην Πνύκα, η απάντηση θα έπρεπε να είναι αρνητική. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι τα κράτη έχουν συμφέροντα, ότι η διπλωματία χρειάζεται ισχύ και ότι η συμμετοχή σε συμμαχίες δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της εθνικής κυριαρχίας. Μάλιστα, διατύπωσε ρητά την άποψη ότι η πίστη στο έθνος και η υπεράσπιση των συμφερόντων του δεν αποτελούν κάτι μεμπτό.
Αυτή ακριβώς η αρχή οφείλει να αποτελεί οδηγό και για την Ελλάδα. Όχι επειδή η χώρα πρέπει να απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις ή να αμφισβητεί την αξία των συμμάχων της, αλλά επειδή κανένας σύμμαχος δεν μπορεί να αναλάβει αντί για την Αθήνα την ευθύνη καθορισμού των εθνικών της προτεραιοτήτων.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η διαπραγμάτευση αποτελεί εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής· δεν είναι αυτοσκοπός. Η χρησιμότητά της εξαρτάται από τους όρους, το αντικείμενο και το αποτέλεσμα που μπορεί να παραγάγει. Όταν η Αθήνα θεωρεί ότι ένα μνημόνιο παραβιάζει τα δικαιώματα της χώρας, η έκκληση για διάλογο δεν μπορεί να εκληφθεί ως υποχρέωση να αποδεχθεί εκ των προτέρων το πλαίσιο που επιδιώκει να επιβάλει η άλλη πλευρά.
Εδώ αναδεικνύεται και η αντίφαση που αξίζει να συζητηθεί. Από τη μία πλευρά, ο Ρούμπιο καλεί τη Δύση να ανακτήσει τη βούληση υπεράσπισης της κυριαρχίας και των εθνικών συμφερόντων της. Από την άλλη, η αμερικανική διπλωματία, απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, προτάσσει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων χωρίς να υιοθετεί ρητά την ελληνική θέση περί νομικής ακυρότητάς του. Οι δύο τοποθετήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην ασύμβατες, αποκαλύπτουν όμως διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο διαχείρισης της συγκεκριμένης διαφοράς.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποδείξει την προσήλωσή της στη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποδεχόμενη κάθε διπλωματική τους προτεραιότητα. Χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι αξιόπιστος σύμμαχος, ακριβώς επειδή είναι ένα κράτος που γνωρίζει τις ευθύνες του, έχει σαφείς θέσεις και υπερασπίζεται τα συμφέροντά του. Η συμμαχία αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όταν οι εταίροι μπορούν να συνεργάζονται χωρίς να απαιτείται η εξάλειψη των επιμέρους εθνικών τους επιδιώξεων.
Υπάρχει, τέλος, μια ιστορική ειρωνεία που δεν πρέπει να μας διαφύγει. Ο Ρούμπιο επέλεξε την Πνύκα, τον χώρο όπου οι Αθηναίοι πολίτες συγκεντρώνονταν για να συζητήσουν τις υποθέσεις της πόλης τους, προκειμένου να αναδείξει τις πολιτικές αρετές που, κατά την άποψή του, διαμόρφωσαν τη δυτική παράδοση. Ανάμεσά τους τοποθέτησε την αυτοπεποίθηση, την ευθύνη, τη βούληση και την πίστη στην πολιτεία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει αυτή την αναφορά ως ένα ακόμη φιλοφρονητικό μήνυμα προς τη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία. Χρειάζεται να αναρωτηθεί αν οι αρχές που τιμώνται συμβολικά στην Πνύκα εξακολουθούν να καθοδηγούν τις δικές της αποφάσεις.
Από την Πνύκα με αγάπη, λοιπόν, αλλά και με ένα ερώτημα προς την Αθήνα: αν οι ισχυροί δικαιούνται να υπερασπίζονται το εθνικό τους συμφέρον χωρίς να απολογούνται γι’ αυτό, γιατί να θεωρείται υπερβολική η ίδια απαίτηση για την Ελλάδα; Η ιστορική κληρονομιά της χώρας δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση στρατηγικής αυτονομίας. Η αξία της κρίνεται από το αν οι αρχές που επικαλείται μετατρέπονται σε συνεπείς πολιτικές επιλογές.
