2026/10/14 at 8:44 ΠΜ 14/10/2026 newsroom
Γράφει ο : Μιχάλης Μαντάλας
Διεθνολόγος
B.A. Politics & International Relations – University of Essex
M.A. Security Studies – University of Hull
Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Αθήνα δημιουργεί για την Ελλάδα ένα πρόβλημα που υπερβαίνει την αλλαγή ενός διπλωματικού προσώπου. Η Αθήνα είχε επενδύσει πολιτικά στην παρουσία της, προσδοκώντας ότι οι προσωπικές της σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ και το περιβάλλον του θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν άμεση πρόσβαση στο κέντρο λήψης αποφάσεων της Ουάσιγκτον. Αυτή η προσδοκία είχε ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ενέργεια, η άμυνα και οι περιφερειακές ισορροπίες απαιτούν συνεχή πολιτική επικοινωνία με τις ΗΠΑ. Με την αποχώρησή της, η Αθήνα χάνει έναν δίαυλο στον οποίο είχε αποδώσει σημαντική πολιτική αξία, χωρίς να είναι δεδομένο ότι μπορεί να τον αναπληρώσει γρήγορα.
Το πρόβλημα είναι χρονικό αλλά και ουσιαστικό. Μέχρι να επιλεγεί νέος πρέσβης, να αναλάβει τα καθήκοντά του και να οικοδομήσει τις δικές του σχέσεις με την αμερικανική διοίκηση, η Ελλάδα θα πρέπει να λειτουργήσει σε διαφορετικές συνθήκες. Η πρεσβεία συνεχίζει να λειτουργεί μέσω των υπηρεσιακών δομών της, όμως η πολιτική επιρροή και η προσωπική πρόσβαση δεν μεταβιβάζονται αυτομάτως από τον έναν επικεφαλής στον επόμενο. Χρειάζονται χρόνος, συστηματική εργασία και νέες σχέσεις εμπιστοσύνης. Σε μια διπλωματία όπου η άμεση επικοινωνία με τον στενό κύκλο του προέδρου μπορεί να επηρεάσει την προώθηση πρωτοβουλιών, αυτή η απώλεια δεν είναι αμελητέα.
Η σύγκριση με την αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα κάνει την εικόνα ακόμη πιο σύνθετη. Ο Τόμας Μπάρακ παραμένει πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και έχει αναλάβει παράλληλα σημαντικό ρόλο στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του για τη θέση της Τουρκίας στους περιφερειακούς σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον έχουν προκαλέσει συζητήσεις, καθώς η προσέγγισή του θεωρείται από επικριτές της ιδιαίτερα ευνοϊκή προς τις τουρκικές επιδιώξεις. Η Άγκυρα, άλλωστε, διατηρεί βαρύνουσα θέση στους αμερικανικούς σχεδιασμούς λόγω της γεωγραφίας της, των στρατιωτικών δυνατοτήτων της και του ρόλου της στη Μέση Ανατολή.
Για την Αθήνα, το ζήτημα δεν είναι να απαιτήσει από έναν Αμερικανό διπλωμάτη να υιοθετήσει τις ελληνικές θέσεις. Είναι να αναγνωρίσει ότι η Τουρκία διαθέτει έναν ενεργό δίαυλο επιρροής στην Ουάσιγκτον, την ώρα που η Ελλάδα καλείται να καλύψει το κενό που αφήνει η αποχώρηση της Γκιλφόιλ. Η διπλωματική ασυμμετρία δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη μεταβάλει την πολιτική τους υπέρ της Άγκυρας. Σημαίνει, όμως, ότι η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει την πολιτική της επικοινωνία να εξαρτάται από μια διαδικασία αντικατάστασης που μπορεί να απαιτήσει χρόνο.
Στην εικόνα προστίθενται τα ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί για τον Μπάρακ και τις επαγγελματικές και οικονομικές σχέσεις του, όπως αναδείχθηκαν σε δημοσιογραφικές αναφορές για ενεργειακό σχεδιασμό στην περιοχή. Τα ερωτήματα αυτά δεν ισοδυναμούν με απόδειξη παρανομίας και πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Αναδεικνύουν, ωστόσο, τη σημασία της διαφάνειας και της εφαρμογής των κανόνων δεοντολογίας όταν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση αποφάσεων με σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.
Εδώ γεννάται το ερώτημα των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ και η παραμονή του Μπάρακ, παρά τα διαφορετικής φύσης ερωτήματα που έχουν τεθεί γύρω από τις δραστηριότητές του, δημιουργούν μια εικόνα ασυμμετρίας ως προς την αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων. Δεν αρκούν, από μόνες τους, για να αποδείξουν ότι η αμερικανική διοίκηση εφαρμόζει συνειδητά διαφορετικούς κανόνες. Είναι, ωστόσο, εύλογο να τίθεται το ερώτημα με ποια κριτήρια αξιολογούνται οι αξιωματούχοι και κατά πόσο αυτά εφαρμόζονται με συνέπεια, ανεξάρτητα από την πολιτική ή στρατηγική χρησιμότητά τους.
Για την Ελλάδα, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι να σχολιάζει τις εσωτερικές επιλογές του Λευκού Οίκου, αλλά να προασπίζεται αποτελεσματικά τα συμφέροντά της μέσα στις νέες συνθήκες. Η Αθήνα χρειάζεται να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους με τον Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, να εξασφαλίσει συνέχεια στις ενεργειακές και αμυντικές πρωτοβουλίες και να θέσει με σαφήνεια τις προτεραιότητές της για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αντικατάσταση της Γκιλφόιλ δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται συστηματική διπλωματική εργασία ώστε η Ελλάδα να μη χάσει χρόνο ούτε να αφήσει την προσωπική πρόσβαση στην Ουάσιγκτον να καταστεί ξανά το αδύναμο σημείο της πολιτικής της.
Η αποχώρηση της Γκιλφόιλ αποκαλύπτει, τελικά, το κόστος μιας προσέγγισης που στηρίζει μεγάλο μέρος των προσδοκιών της στην επιρροή συγκεκριμένων προσώπων. Η προσωπική διπλωματία μπορεί να ανοίγει πόρτες και να επιταχύνει τις επαφές, αλλά δεν υποκαθιστά τη θεσμική συνέχεια και τη σταθερή προώθηση εθνικών στόχων.
Το πραγματικό διακύβευμα μετά τη Γκιλφόιλ είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να καλύψει γρήγορα το κενό πολιτικής πρόσβασης, την ώρα που η Τουρκία διατηρεί ενεργούς διαύλους επιρροής στην Ουάσιγκτον. Η Αθήνα χρειάζεται να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος, χωρίς να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική στήριξη. Οι συμμαχίες έχουν αξία όταν συνοδεύονται από συνεχή διπλωματική παρουσία, σαφείς διεκδικήσεις και απτά αποτελέσματα για τα εθνικά συμφέροντα.
